- Αλεξάνδρεια: Η ιατρική μελετήθηκε θεωρητικά
Κι αν έρθουν χρόνια δίσεχτα, καταραμένα χρόνια κι αγάλια αγάλια αχάριστος ξεγελασμένος κόσμος σε σβήσει από το λατρεμό κι από τη θύμησή του, θα πέσεις, θα αποκοιμηθείς βαθιά, δε θα πεθάνεις. Γιατί είν’ οι θεοί αθάνατοι και Χάρο δε φοβούνται, ξεχάνονται, δε χάνονται, την πλάση πάντα ορίζουν, κι αν τους αρνιούνται οι άνθρωποι, πάντα θυμούντ’ εκείνοι. Ο ύμνος της Αθηνάς-Κωστής Παλαμάς (1859-1943)
(η αρχή και η ρίζα κάθε καλού είναι η ηδονή της κοιλιάς,
μεταξύ των τουβλιών Lego και του Παρθενώνα πηγάζει
όπως στοιβαγμένα τύμπανα από κίονες και προεξέχοντα πέτρινα μπλοκ που μοιάζουν με μοντέρνα καρφιά από τούβλα. Ενώ ο εφευρέτης των
Όταν ο Σοφοκλής έφτασε σε πολύ βαθύ γήρας (κοντά στα 90 του χρόνια), ο γιος του, Ιοφών, τον έσυρε στα δικαστήρια με την κατηγορία της παράνοιας (γεροντικής άνοιας).
Το κίνητρο:
Ο Ιοφών ζήλευε τη μεγάλη αδυναμία που έδειχνε ο Σοφοκλής στον εγγονό του (τον Σοφοκλή τον Νεότερο) και φοβόταν ότι ο πατέρας του θα του κληροδοτούσε την τεράστια περιουσία του.
Η απολογία του Σοφοκλή:
Αντί για άλλη υπεράσπιση, ο Σοφοκλής
Αττικός αγγειογράφος και κεραμέας που έδρασε γύρω στο 500–490 π.x.x. και εκπρόσωπος του ερυθρόμορφου ρυθμού.
Ο διάσημος αμφορέας του στο Μουσείο του Λούβρου
απεικονίζει τον βασιλιά Κροίσο —ηττημένο από τον Κύρο— στην νεκρική πυρά. Είναι η μόνη γνωστή αρχαία εικονογραφική απεικόνιση αυτού του επεισοδίου από την κατάκτηση της Λυδίας.
Ιστορικό Υπόβαθρο – Ο Πόλεμος: Ο απίστευτα πλούσιος βασιλιάς Κροίσος της Λυδίας επιτίθεται στην Περσική Αυτοκρατορία. Η Ήττα: Ο Πέρσης Μέγας Βασιλιάς Κύρος (Κύρος ο Μέγας) νικά τον Κροίσο το 546 π.x.x. Αιχμαλωσία: Τα περσικά στρατεύματα καταλαμβάνουν την πρωτεύουσα της Λυδίας, τις Σάρδεις, και συλλαμβάνουν τον Κροίσο αιχμάλωτο. Απεικόνιση στο Βάζο – Η Πυρά:
Ο Κροίσος κάθεται με το κεφάλι ψηλά σε έναν μεγαλοπρεπή θρόνο που έχει στηθεί πάνω σε μια στοίβα ξύλων. Παρά την απειλή να καεί ζωντανός, ο Κροίσος φαίνεται ήρεμος, αξιοπρεπής και μεγαλοπρεπής. Κρατά μια ρηχή φιάλη και τελετουργικά χύνει κρασί για να τιμήσει τους θεούς.Ένας Λυδός υπηρέτης ονόματι Εύθυμος
δῆμοι δὲ οἱ μικροὶ τῆς Ἀττικῆς, ὡς ἔτυχεν ἕκαστος οἰκισθείς, τάδε ἐς μνήμην παρείχοντο· Ἀλιμουσίοις <μὲν> Θεσμοφόρου Δήμητρος καὶ Κόρης ἐστὶν ἱερόν, ἐν Ζωστῆρι <δὲ> ἐπὶ θαλάσσης καὶ βωμὸς Ἀθηνᾶς καὶ Ἀπόλλωνος καὶ Ἀρτέμιδος καὶ Λητοῦς. τεκεῖν μὲν οὖν Λητὼ τοὺς παῖδας ἐνταῦθα οὔ φασι, λύσασθαι δὲ τὸν ζωστῆρα ὡς τεξομένην, καὶ τῷ χωρίῳ διὰ τοῦτο γενέσθαι τὸ ὄνομα. Προσπαλτίοις δέ ἐστι καὶ τούτοις Κόρης καὶ Δήμητρος ἱερόν, Ἀναγυρασίοις δὲ Μητρὸς θεῶν ἱερόν· Κεφαλῆσι δὲ οἱ Διόσκουροι νομίζονται μάλιστα, Μεγάλους γὰρ σφᾶς οἱ ταύτῃ θεοὺς ὀνομάζουσιν
Σύμφωνα MONO με τον
Εβραίο
ιστορικό Φλάβιο Ιώσηπο,
👉ΛΕΝΕ ότι προσκύνησε τον Ιουδαίο Αρχιερέα έξω από την Ιερουσαλήμ. Αυτή η ιστορία αναφέρεται στο έργο του <Ιουδαϊκή Αρχαιολογία > ΜΟΝΟ στην Ιουδαϊκή Αρχαιολογία
Περιγράφει τη συνάντηση μεταξύ του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του Αρχιερέα Ιαδδούα στο έργο του <Ιουδαϊκή Αρχαιολογία >.
Οι σύγχρονοι ιστορικοί υποθέτουν ότι αυτή η επίσκεψη στην Ιερουσαλήμ δεν έλαβε χώρα ποτέ, αλλά μάλλον πρόκειται για έναν μεταγενέστερο εβραϊκό θρύλο👈 που αποσκοπεί να εξηγήσει τη σχέση με τους ηγεμόνες.
Για να δούμε ακριβώς τι έγινε:
👉ΟΥΚ (Ομάδα Υποβρυχίων Καταστροφών)
οι δυο τους θεωρούνται οι
πρόδρομοι της ελεύθερης κατάδυσης και της κολύμβησης ανοιχτής
θάλασσας.👉Η ιστορία τους έχει ως εξής: Οι Πέρσες είχαν αιχμαλωτίσει τον
Σκυλλία και την Ύδνα για να τους χρησιμοποιήσουν ως υποβρύχιους
σαμποτέρ ενάντια στους Έλληνες. Και οι δύο κατάφεραν να δραπετεύσουν
από το στρατόπεδο των Περσών κατά τη διάρκεια θαλασσοταραχής.
Έπεσαν στη θάλασσα και κολύμπησαν έως το Αρτεμίσιο (μια απόσταση
περίπου 15 χιλιομέτρων), προκειμένου να ειδοποιήσουν τους Έλληνες για
την επίθεση του περσικού στόλου.
Σύμφωνα
με τον Ηρόδοτο,
σύμφωνα με τον Μύθο του Αριστοφάνη (Πλάτωνος Συμπόσιον), τα χαρακτηριστικά του αρχέγονου όντος ήταν τα εξής:
Σύμβολο αυτοχθονίας
Στα αρχαία ελληνικά τα τζιτζίκια ονομάζονταν τέττιξ. Σύμφωνα με τη "μυθολογία", ο Πλάτωνας έλεγε στον "Φαίδρο" ότι τα τζιτζίκια ήταν κάποτε άνθρωποι (πριν γεννηθούν οι Μούσες), οι οποίοι αγάπησαν τόσο πολύ τη μουσική που πέθαναν τραγουδώντας χωρίς να φάνε ή να πιουν.