Οι μετακινήσεις εξυπηρετήθηκαν από το σχετικά ικανοποιητικό σιδηροδρομικό δίκτυο της Λευκορωσίας και της Βόρειας Ουκρανίας, που στο μεγαλύτερο τμήμα του διέθετε διπλή γραμμή, ώστε μπορούσαν σε τακτά διαστήματα μισής ώρας να κινούνται μέχρι και 200 τραίνα το εικοσιτετράωρο! Βέβαια, οι μετακινήσεις περιορίσθηκαν στο μισό, γιατί πραγματοποιούνταν μόνο τις νυχτερινές ώρες για λόγους απόκρυψης. Ακόμη κι έτσι, υπολογίζεται ότι σε διάστημα 10 εβδομάδων έφτασαν στις περιοχές του μετώπου της Λευκορωσίας περίπου 7.000 τραίνα!

Αλλά το τεράστιο αυτό στράτευμα των 118 μεραρχιών πεζικού, 8 μηχανοκίνητων και τεθωρακισμένων σωμάτων, 6 μεραρχιών ιππικού, 13 πυροβολικού και 14 αεράμυνας (εκτός των σχηματισμών του νοτιότερου τομέα του 1ου Λευκορωσικού Μετώπου, δηλαδή της 8ης, 47ης και 70ης Στρατιάς, της 2ης Τ/Θ Στρατιάς και της 1ης Πολωνικής Στρατιάς, που τελικά δεν αναμείχθηκαν στην επιχείρηση Μπαγκρατιόν) απαιτούσε μια αδιάσπαστη αλυσίδα τροφοδοσίας, σε πρώτη φάση μόνο για την συντήρησή του και κατόπιν για τον εφοδιασμό του σε πυρομαχικά, φάρμακα και ανταλλακτικά των οπλικών συστημάτων. Κατά μέσο όρο, το βάρος των τροφίμων που έπρεπε να μεταφέρονται σε ημερήσια βάση έφτανε τους 40.000 τόνους.

Στην πορεία, το βάρος των μεταφερομένων υλικών σε ημερήσια βάση ξεπέρασε τους 135.700 τόνους! Υπολογίζεται πως το διάστημα των 45 ημερών πριν την έναρξη της επιχείρησης Μπαγκρατιόν απασχολήθηκαν για την μεταφορά εφοδίων στην Λευκορωσία 2.800 τραίνα με μια συχνότητα 67 τραίνων ανά εικοσιτετράωρο.

Ακόμη, για την μεταφορά των ίδιων των μονάδων, στο διάστημα των 60 ημερών πριν την έναρξη της επίθεσης χρησιμοποιήθηκαν περισσότερα από 1.350 τραίνα, χωρίς να υπολογιστούν αυτά που μετέφεραν στοιχεία βαρέως πυροβολικού και βοηθητικού υλικού.

Ο Χίτλερ και η ΟΚΗ δεν εννοούσαν να αντιληφθούν την παραπλάνηση (maskirovka) των Σοβιετικών, επιμένοντας να θεωρούν ότι, αφού τα άρματα μάχης θα αποτελούσαν την επιθετική αιχμή του δόρατος του εχθρού, όπου βρίσκονταν οι τεθωρακισμένες δυνάμεις του εκεί θα εκδηλωνόταν και η επίθεση.

Σε όλο το στάδιο της προετοιμασίας τα επιτελεία του Κόκκινου Στρατού είχαν κρατήσει απόλυτη σιγή ασυρμάτου και διενεργούσαν εικονικές μεταφορές δυνάμεων στην Βόρεια Ουκρανία, παραπλανώντας τις γερμανικές μυστικές υπηρεσίες για την Ανατολή (Fremde Heer Ost) του υποστράτηγου Γκέλεν (Reinhard Gehlen). Ήταν η δεύτερη αποτυχία των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών εκείνο το καλοκαίρι (η πρώτη ήταν ότι θεώρησαν ως σημείο απόβασης των Συμμάχων το Καλαί και όχι την Νορμανδία).

Ωστόσο, στα μέσα Ιουνίου, κάποιοι πράκτορες του Γκέλεν διείδαν την πιθανότητα μιας διπλής ταυτόχρονης επίθεσης των Ρώσων στην Λευκορωσία και την Βόρεια Ουκρανία τονίζοντας μάλιστα ότι δεν επρόκειτο για τοπικές επιθέσεις αλλά μαζική κινητοποίηση του εχθρού σε μεγάλη κλίμακα. Ο Μπους δεν πείσθηκε και αρνήθηκε να μεταφέρει στο Βερολίνο τέτοιες «φήμες». Ως απόδειξη της ισχυρογνωμοσύνης του θεωρείται η επίσκεψή του στο στρατηγείο του Φύρερ στο Ομπερσάλτσμπεργκ την 22η Ιουνίου, εγκαταλείποντας την έδρα της ΟΣ Κέντρο στο Μινσκ την κρισιμότερη στιγμή.

Δεν έχει ακόμη διευκρινισθεί αν και σε ποιο βαθμό η Stavka γνώριζε τις απόψεις της γερμανικής Ανώτατης Διοίκησης, είτε μέσω των πρακτόρων της, είτε υποκλέπτοντας κωδικοποιημένες αναφορές και διαταγές, που συντάσσονταν με την ήδη παραβιασμένη από τους Συμμάχους τεχνική της μηχανής Enigma.

Οι συχνές νεφώσεις, άλλωστε, και η έλλειψη ικανού αριθμού αναγνωριστικών αεροσκαφών του 6ου Αερ/κού Στόλου της ΟΣ Κέντρο και του 4ου της ΟΣ Βόρειας Ουκρανίας (που έτσι κι αλλιώς παρενοχλούνταν σημαντικά από την σοβιετική αεροπορία) καθιστούσαν την από αέρος παρατήρηση πλημμελή.

Η τραγική για τους Γερμανούς ειρωνεία ήταν ότι, στην πραγματικότητα, οι ρωσικές δυνάμεις της Ουκρανίας ήταν εντελώς ακατάλληλες και ισχνές για την διενέργεια οποιασδήποτε μαζικής επίθεσης εκείνη την εποχή (σε βαθμό μάλιστα που, αν οι Γερμανοί τολμούσαν να επιτεθούν πρώτοι, η επιτυχία τους θα ήταν αναπόφευκτη) κι ακόμη, όσο οι Γερμανοί απογύμνωναν την ΟΣ Κέντρο, τόσο οι Σοβιετικοί πείθονταν ότι η προγραμματισμένη επίθεση έπρεπε να διενεργηθεί στην Λευκορωσία! 

Η ΠΡΩΤΗ ΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΜΠΑΓΚΡΑΤΙΟΝ

Η έναρξη της επίθεσης σηματοδοτήθηκε με εκτεταμένες ενέργειες δολιοφθοράς των Παρτιζάνων της Λευκορωσίας. Σύμφωνα με το σχέδιο, που από τις 8 Ιουνίου τους είχε γνωστοποιηθεί, στις 19 του μηνός θα ξεκινούσαν ανατινάξεις τραίνων, σιδηροδρομικών τροχιών, αποθηκών, γεφυρών και απομονωμένων φυλακίων του εχθρού ταυτόχρονα με την επίθεση του Κόκκινου Στρατού. Αυτή βέβαια καθυστέρησε 4 μέρες εξαιτίας απροσδόκητων προβλημάτων λογιστικής μέριμνας, αλλά σε τίποτα δεν μείωσε την αποτελεσματικότητα των Παρτιζάνων, που έτσι κι αλλιώς ήταν αδύνατον να σταματήσουν.

Ήδη οι Γερμανοί από τα μέσα Μαΐου απασχολούσαν σημαντικές δυνάμεις για την καταστολή της δράσης τους (επιχείρηση «Κορμοράνος»). Τώρα έβλεπαν με αγανάκτηση να καταρρέει ένα σημαντικό σιδηροδρομικό δίκτυο που οδηγούσε στις προκεχωρημένες θέσεις του κεντρικού μετώπου, παρά την επιτυχή εξουδετέρωση 3.500 εκρηκτικών μηχανισμών (από τους 14.000 που συνολικά είχαν τοποθετηθεί).

Στην συνέχεια, οι Παρτιζάνοι διατάχθηκαν να ενωθούν με τον επίσημο στρατό, παρέχοντας τις πολύτιμες πληροφορίες που είχαν στο μεταξύ συλλέξει σχετικά με τις θέσεις του εχθρού, τα σημεία ανεφοδιασμού του και την ισχύ των κατά τόπους δυνάμεων.


Τα χαράματα της 22ης Ιουνίου το σοβιετικό πυροβολικό άρχισε ένα πρωτοφανές μπαράζ βολών εναντίον των γερμανικών θέσεων, με σύγχρονη επίθεση από αέρα. Οι άνδρες του Μπους ουδέποτε πριν είχαν βιώσει τόσο φοβερή απειλή είχαν αισθανθεί τόσο φόβο. Μέχρι να συνέλθουν από το απρόσμενο σφυροκόπημα, είδαν να ξεπροβάλλουν άνδρες του Κόκκινου Στρατού, που διενεργούσαν κυρίως ανιχνευτικές αποστολές προκειμένου να σιγουρέψουν ότι τα επιλεχθέντα αδύναμα σημεία της άμυνας του εχθρού ήταν και τα σωστά.

Τα τμήματα αυτά, που δεν ξεπερνούσαν σε μέγεθος αυτό του λόχου ή του τάγματος, λειτουργούσαν ανεξάρτητα από τις μεραρχίες που προσπαθούσαν μανιωδώς να εξασφαλίσουν «ανοίγματα» στην περιοχή του Βιτέμπσκ, όπου αμύνονταν οι άνδρες του Ράινχαρντ (3η Στρατιά Panzer). Βόρεια του Βιτέμπσκ η 6η Σοβιετική Στρατιά Φρουράς προσέγγισε το Σιροτίνο και στα νότια άνδρες του 3ου Λευκορωσικού Μετώπου διείσδυσαν επιτυχώς μέχρι το Βισοχάνι σε μια προσπάθεια να περικυκλώσουν την πόλη.

Μέχρι την νύχτα της 22ης προς 23η Ιουνίου τα βομβαρδιστικά των Ρώσων είχαν δώσει ένα σκληρό μάθημα στους Γερμανούς. Στις 5:00 τα ξημερώματα της 23ης το σοβιετικό πυροβολικό άρχισε να σπέρνει τις θανατηφόρες οβίδες του σε όλο το μήκος του μετώπου, αρχικά για διάστημα 15 – 20 λεπτών και σε βάθος 6 χλμ, ώστε να στερήσουν στον εχθρό την δυνατότητα να ανασυνταχθεί στις επόμενες αμυντικές ζώνες, ενώ σε δεύτερη φάση ανέλαβαν τα Howitzer των 122 χιλ, που έβαλαν ακατάπαυστα σε δίωρη βάση και μεγαλύτερο βάθος, προκαλώντας απώλειες στους αμυνόμενους των εσώτερων αμυντικών δακτυλίων.

Τα ρωσικά πυροβόλα έφτασαν σχεδόν στα όρια αντοχής τους. Στην αρχή κάθε κύκλου, για διάστημα μιας ώρας και με συχνότητα 5 – 7 λεπτών, οι Σοβιετικοί εκτόξευαν τις φοβερές ρουκέτες katiusha, που μπορεί συχνά να αστοχούσαν ή να υπερέβαλαν σε σχέση με τους αντικειμενικούς στόχους που το κλασικό πυροβολικό είχε θέσει, αλλά οπωσδήποτε προκαλούσαν απίστευτο πανικό. Η απάντηση των Γερμανών υπήρξε αμελητέα.

Ήταν μια πρωτόγνωρη, φρικτή εμπειρία για τους άνδρες της Wehrmacht, που έστρεφαν το βλέμμα προς τον ουρανό ευχαριστώντας τον θεό για το δώρο της πυκνής συννεφιάς και το εχθρικό πυροβολικό για τον πυκνό καπνό που με τα βλήματά του προκαλούσε, ώστε να εμποδίζονται τα ρωσικά βομβαρδιστικά να ολοκληρώσουν την εξόντωσή τους!

Επρόκειτο πράγματι για μια νέα τακτική του Κόκκινου Στρατού, που μέχρι τότε είχε συνηθίσει τους Γερμανούς σε πολύνεκρες μετωπικές επιθέσεις του πεζικού χωρίς προηγούμενη υποστήριξη πυροβολικού. Οι απώλειες της Στρατιάς του Ράινχαρντ υπήρξαν σημαντικές, σε βαθμό που έγινε αντιληπτό ότι δεν θα μπορούσε να υπερασπιστεί το Βιτέμπσκ για πολύ ακόμη.

Ο Χίτλερ όμως δεν επέτρεψε την υποχώρηση σε βάθος, πίσω από τον ποταμό Ντβίνα, αλλά μόνο μια ανεπαίσθητη αναδίπλωση προς το εσωτερικό της πόλης. Ακόμη χειρότερα, έχασε την επαφή της με την πραγματικότητα, ώστε δεν έλαβε γνώση της προέλασης του 1ου Τ/Θ Σώματος του υποστράτηγου Μπούτκοφ (Vasilii Vasilevich Butkov) -μια κίνηση που σηματοδοτούσε την περαιτέρω ανάπτυξη της σοβιετικής επίθεσης.

Νοτιότερα, η 11η Στρατιά Φρουράς αντιμετώπισε δυσκολίες στην προσπάθειά της να ελέγξει τον οδικό κόμβο Όρσα – Σμολένσκ – Μόσχα, εξαιτίας τόσο των ισχυρών οχυρώσεων και των εκτεταμένων ναρκοπεδίων, όσο και της σθεναρής αντίστασης της 78ης Μεραρχίας Εφόδου (Sturm Division) του υποστράτηγου Τράουτ (Hans Traut), που εκείνη την περίοδο ήταν ο ισχυρότερος γερμανικός σχηματισμός στην Λευκορωσία (5.700 μάχιμοι έναντι 3.000 περίπου των άλλων μεραρχιών, 46 ελαφρά και 55 βαρέα πυροβόλα, 31 StuG III και 18 αυτοκινούμενα αντιαρματικά πυροβόλα Nashorn των 88 χιλ).

Προκειμένου να καμφθεί η γερμανική αντίσταση οι Ρώσοι επιτέθηκαν με 5 μεραρχίες πεζικού, ενδυναμωμένες με ισχυρά στοιχεία αρμάτων Τ-34, IS-2 και KV. Αφού δημιούργησαν ασφαλείς διαδρόμους ανάμεσα στα πυκνά ναρκοπέδια, μια δύναμη από άρματα ISU-152, τεθωρακισμένα φλογοβόλα και SU-76 υποστήριξε το πεζικό που εφόρμησε εναντίον των εχθρικών οχυρώσεων. Ακολούθησε σωστό μακελειό.

Οι Γερμανοί, οπλισμένοι με Panzerfaust, έγιναν ο τρόμος των σοβιετικών αρματιστών, αλλά 2 μεραρχίες των Ρώσων κατόρθωσαν τελικά να διατρήσουν το μέτωπο λίγο βορειότερα, χωρίς την υποστήριξη τεθωρακισμένων.

Αμέσως ο Τσερνιακόφσκι δραστηριοποίησε τις ιππήλατες δυνάμεις και τα μηχανοκίνητα τμήματα του 3ου Σώματος Ιππικού της Φρουράς του υποστράτηγου Οσλικόφσκι (Nikolai Sergeevich Oslikovskii), επιβάλλοντας στον Μπους την κινητοποίηση της εφεδρικής Μεραρχίας Γρεναδιέρων Panzer Feldherrnhalle, η οποία διατάχθηκε να λάβει θέσεις στην δεύτερη αμυντική ζώνη στον Δνείπερο ποταμό.

Η Feldherrnhalle αποτελείτο από στοιχεία των παλαιότερων Ταγμάτων Εφόδων (SA), που μετά την εκκαθάριση της ηγεσίας τους κατά την «Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών» εντάχθηκαν σταδιακά στην μάχιμη δύναμη της Wehrmacht και πολέμησαν στην πολωνική και γαλλική εκστρατεία, στα Βαλκάνια, την Ελλάδα και όλες σχεδόν τις φάσεις της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα.

Το 1ο Λευκορωσικό Μέτωπο σημείωσε την μικρότερη επιτυχία εναντίον της 9ης Στρατιάς του Γιόρνταν. Η 3η Στρατιά του υποστράτηγου Γκορμπάτοφ (Aleksandr Vasilevich Gorbatov) στην προέλασή της προς Μπαμπρουΐσκ «βούλιαξε» στις λάσπες του ποταμού Ντρουτ, ανατολικά του Μπερεζίνα.

Η επίθεση καθυστέρησε 24 ώρες και προσωρινά απωθήθηκε, αλλά οι απώλειες των Γερμανών ήταν βαρύτατες. Όμως, ακόμη και υπό την πίεση αυτών των γεγονότων, η ΟΚΗ επέμενε πως επρόκειτο για κινήσεις αντιπερισπασμού, ώστε καμιά προσπάθεια ενίσχυσης των αμυνομένων δεν έλαβε χώρα. 

Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΒΙΤΕΜΠΣΚ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΡΣΑ

Την νύχτα της 23ης προς 24η Ιουνίου η 4η Στρατιά Κρούσης του γιγαντόσωμου υποστράτηγου Μαλίσεφ (Petr Fedorovich Malishev) με το ξυρισμένο κεφάλι και το ατσάλινο βλέμμα κατέβαλε τις αντιστάσεις του IX Σώματος του στρατηγού Βούτμαν (Rolf Wuthmann) και προωθήθηκε στην δεύτερη ζώνη άμυνας, την περίφημη «Γραμμή της Τίγρης».

Καθώς η 6η Στρατιά Φρουράς προσέγγιζε από τα βόρεια το Βιτέμπσκ, με κίνδυνο να αποκόψει το ΙΧ από το LIII Σώμα του αντιστράτηγου Γκόλβιτζερ (Friedrich Gollwitzer), στις 2:45 ο Βούτμαν διατάχθηκε να υποχωρήσει δυτικά του Ντβίνα. Μέχρι το απόγευμα οι προφυλακές των Σοβιετικών έφτασαν στον ποταμό, ώστε οι Γερμανοί προέβησαν σε ανατινάξεις γεφυρών παρά το ότι στην αντίπερα όχθη ακόμη βρίσκονταν φίλιες δυνάμεις.

Με το πρώτο φως, ο Γκόλβιτζερ ζήτησε να του επιτραπεί η εκκένωση της πόλης, θέτοντας την 4η Πεδινή Μεραρχία της Luftwaffe ως επικεφαλής της προσπάθειας. Ο άμεσος προϊστάμενός του, στρατηγός Ράινχαρντ, δεν τόλμησε να μεταβιβάσει το αίτημα στην ΟΚΗ παρά αργά το απόγευμα.

Τελικά, ο Χίτλερ επέτρεψε την εκκένωση στις 20:25, υπό τον όρο ότι ο διοικητής του Βιτέμπσκ, υποστράτηγος Χίτερ (Alfons Hitter), θα παρέμενε με τις 206η και 246η Μεραρχίες Πεζικού για να το υπερασπιστεί μέχρις εσχάτων! Αλλά ήταν πλέον αργά: Η 4η Πεδινή Μεραρχία της Luftwaffe περικυκλώθηκε έξω από το Οστρόβνο στις 25 του μηνός και ο Γκόλβιτζερ, δεδομένης της πανίσχυρης Σοβιετικής Αεροπορίας, μάταια εκλιπαρούσε για ανεφοδιασμό της από αέρος.

Στο μεταξύ, νωρίς το απόγευμα της 24ης οι προφυλακές του 1ου Τ/Θ Σώματος εξασφάλισαν μια μισοκατεστραμμένη γέφυρα στον Ντβίνα, καθώς η 39η Στρατιά του αντιστράτηγου Λιουντνίκοφ (Ivan Ilich Liudnikov) προσέγγιζε στο σημείο και η 5η Στρατιά του υποστράτηγου Κρίλοφ (Nikolai Ivanovich Krilov) εφορμούσε νοτιότερα, σε συνδυασμό με τους ιππείς του Οσλικόφσκι.

Το LIII Σώμα αποκόπηκε εντελώς. Αργά το απόγευμα της επομένης η 39η Στρατιά υπερκέρασε την καθηλωμένη 4η και σχεδόν έπραξε ανάλογα με την 6η Πεδινή Μεραρχία Luftwaffe. Εκτιμώντας την κρισιμότητα της κατάστασης, ο Μπους προσπάθησε να πείσει την ΟΚΗ ότι έπρεπε να επιτρέψει την οπισθοχώρηση της 246ης Μεραρχίας Πεζικού και της 6ης Πεδινής Luftwaffe (τμήματα της 206ης είχαν ήδη τραπεί προς το εσωτερικό του Βιτέμπσκ υπό το έντονο σφυροκόπημα της αεροπορίας του εχθρού).

Εικοσιτέσσερις ώρες αργότερα, καθώς στοιχεία της 39ης Στρατιάς έκαμπταν τις εσώτερες αμυντικές θέσεις των Γερμανών γύρω από την πόλη σε πολλά σημεία, ο Γκόλβιτζερ αποφάσισε νυχτερινή έξοδο με την ελπίδα ότι, κατακερματίζοντας τις δυνάμεις του, αυτές θα μπορούσαν να περάσουν ανάμεσα από τις εχθρικές γραμμές και να διαφύγουν.

Στις 3:45 τα χαράματα της 27ης Ιουνίου έστειλε κωδικοποιημένο σήμα στον Ράινχαρντ, με το οποίο ρωτούσε για τις εγγύτερες προς αυτόν θέσεις των φίλιων τμημάτων και ζητούσε αεροπορική κάλυψη κατά την διάρκεια του εγχειρήματος. Ήταν το τελευταίο σήμα του LIII Σώματος.

Παρακούοντας τις εντολές του Φύρερ, είχε προλάβει να συστήσει στον Χίτερ να ενώσει όσα τμήματα της 206ης Μεραρχίας μπορούσε με αυτά του σώματός του προκειμένου να διασωθούν. Η τύχη αυτών των στρατιωτών (περίπου 28.000) υπήρξε τραγική: παρά τις διαβεβαιώσεις των Σοβιετικών ότι τα 2/3 φονεύθηκαν και οι υπόλοιποι πέρασαν στην αιχμαλωσία, και αντίθετα προς τις μεταπολεμικές σημειώσεις του ίδιου του Γκόλβιτζερ ότι οι νεκροί ήταν 5.000 και οι αιχμάλωτοι 20.000, σήμερα γνωρίζουμε πως ελάχιστοι επέζησαν από την μανία των Παρτιζάνων της περιοχής, οι οποίοι ουδέποτε ήταν πρόθυμοι να κρατήσουν αιχμαλώτους, κι ακόμη, ότι οι ελάχιστοι που τελικά συνελήφθησαν από τον Κόκκινο Στρατό ποτέ δεν επέστρεψαν ζωντανοί στην πατρίδα τους.

Οι Ρώσοι κατέλαβαν το Βιτέμπσκ στις 27 Ιουνίου. Ακόμη και τότε η ΟΚΗ πίστευε ότι η κυρίως επίθεση θα πραγματοποιείτο στην Ουκρανία!


Ωστόσο, η 11η Στρατιά Φρουράς ακόμη αντιμετώπιζε δυσκολίες στην περιοχή της Όρσα. Όσο διαρκούσαν οι αψιμαχίες πάνω στην οδική αρτηρία που οδηγούσε στο Σμόλενσκ, η 1η Μεραρχία Πεζικού της Φρουράς, υποβοηθούμενη από το 2ο Τ/Θ Σώμα της Φρουράς, κατάφερε να προελάσει μεταξύ της γερμανικής 78ης και 256ης Μεραρχίας, αλλά σύντομα ανακόπηκε.

Τότε διατάχθηκε να επέμβει η 5η Τ/Θ Στρατιά Φρουράς του στρατάρχη Ροτμίστροφ (Pavel Alekseevich Rotmistrov), με σκοπό να προελάσει νοτιότερα από τον τομέα δράσης του Κρίλοφ, όπου η επίθεση των Σοβιετικών σημείωνε περισσότερη πρόοδο. Στις 25 Ιουνίου διασπάσθηκε η πρώτη αμυντική ζώνη του XXVII Σώματος της 4ης Στρατιάς του στρατηγού Τίπελσκιρχ, που αμέσως επέτρεψε την αναδίπλωση των ανδρών του στον Δνείπερο, προκειμένου να σωθούν.

Ο Μπους αγανάκτησε με την απείθεια του στρατηγού προς τις εντολές του Φύρερ, που απαγόρευαν την παραμικρή οπισθοχώρηση, ωστόσο η ΟΚΗ επέτρεψε μια μικρή αναδίπλωση αρνούμενη την ιδέα της εγκατάλειψης της Όρσα.

Την επόμενη μέρα το 2ο Τ/Θ Σώμα Φρουράς ολοκλήρωσε την κύκλωση της πόλης και το ίδιο βράδυ παραδόθηκε σε άνδρες της 11ης Στρατιάς Φρουράς και της 31ης Στρατιάς. Λίγες ώρες νωρίτερα, το τελευταίο γερμανικό τραίνο με τραυματίες ξεκινούσε για το Μινσκ, για να εξοντωθεί από τα σοβιετικά άρματα δυτικά της Όρσα. 

Η ΔΙΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΜΠΕΡΕΖΙΝΑ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΜΠΟΡΙΣΟΦ

Το μοναδικό πλέον φυσικό εμπόδιο στην σοβιετική προέλαση προς τα δυτικά ήταν ο ποταμός Μπερεζίνα. Η μεγάλη συγκέντρωση τεθωρακισμένων και πεζικού για την εκπόρθηση της Όρσα ώθησε τον ενθουσιασμένο Τσερνιακόφσκι στην ιδέα να τις στρέψει κατευθείαν εναντίον του Μινσκ. Όταν η πρόθεσή του αυτή κατέστη σαφής στην ΟΚΗ άρχισε η μεταφορά κάποιων δυνάμεων από την Βόρεια Ουκρανία στο Μινσκ, προκειμένου να ενισχυθεί η εκεί άμυνα.

Από τις πρώτες που κατέφθασαν (σιδηροδρομικώς) ήταν η πανίσχυρη 5η Μεραρχία Panzer, που μεταξύ άλλων αποτελείτο από 55 PzKpfw IV, 70 Parther και 29 Tiger I. Τα τελευταία, μαζί με ένα τάγμα αναγνωρίσεων και κάμποσα συντάγματα πεζικού και μηχανικού, αναπτύχθηκαν νοτιοανατολικά του Μπορισόφ, με αποστολή να καλύψουν στο ύψος του Μπερεζίνα την οπισθοχώρηση της 4ης Στρατιάς.

Η πτώση του Μογκίλεφ στις 27 Ιουνίου, που συμπαρέσυρε στην αιχμαλωσία ή την καταστροφή ενός μεγάλου τμήματος της 12ης Μεραρχίας Πεζικού η οποία είχε διαταχθεί την υπεράσπισή του με οποιοδήποτε τίμημα, είχε ως αποτέλεσμα την άτακτη υποχώρηση του XII Σώματος του υποστράτηγου Μύλερ (Vincenz Müller) και του XXXIX Σώματος του στρατηγού Μαρτίνεκ (Robert Martinek), ο οποίος μάλιστα φονεύθηκε εκείνο το βράδυ στην διάρκεια αεροπορικής επιδρομής.

Οι νεοφερμένοι, βλέποντας τους υπερήφανους άλλοτε άνδρες του Τίπελσκιρχ να στριμώχνονται με χιλιάδες πολίτες στις όχθες του ποταμού άοπλοι, ρακένδυτοι και υπό το ανελέητο σφυροκόπημα της Σοβιετικής Αεροπορίας, ασφαλώς κλονίστηκαν.

Ωστόσο, ο Τίπελσκιρχ επέδειξε φοβερές ικανότητες στην αναδιοργάνωση της 4ης Στρατιάς του, που κρατώντας «ζωντανή» την μοναδική γέφυρα του Μπερεζίνα μέχρι τις 3 Ιουλίου κατάφερε να ολοκληρώσει το πέρασμά της προς τα δυτικά. Οι απώλειες που υπέστη, βέβαια, ήταν σημαντικές, αλλά τίποτα ακόμη δεν είχε χαθεί.

Αργά το απόγευμα της 28ης Ιουνίου οι Τίγρεις του 505ου Τάγματος Βαρέων Αρμάτων (Schwere Panzer Abteilung) δεν δίστασαν να αναμετρηθούν με τα M4A2 Sherman του 3ου Τ/Θ Σώματος της Φρουράς κοντά στο Κρούπκι, ένα χωριό στο μέσο της απόστασης Μινσκ – Όρσα. Όλη την νύχτα τα πυροβόλα των αρμάτων άδειαζαν τα βλήματά τους στην «ράχη» του αντιπάλου, με τους Σοβιετικούς να σημειώνουν σημαντικές απώλειες. Στις 07.00 το πρωί της 29ης οι Ρώσοι κατάφεραν να ελέγξουν τον σιδηροδρομικό σταθμό του Κρούπκι και αργότερα προσέγγισαν το Μπορισόφ από βορειοανατολικά.

Όμως το 29ο Τ/Θ Σώμα δεν μπόρεσε να διαπεράσει τον Μπερεζίνα στο ύψος της Στουντένκα και να στραφεί προς το Μπορισόφ από τον βορρά, με αποτέλεσμα να αφεθεί η συνέχιση της επίθεσης μόνο στα άρματα μάχης.

Την ίδια μέρα στοιχεία της 11ης Στρατιάς Φρουράς αναμετρήθηκαν με το 31ο Σύνταγμα Γρεναδιέρων της 5ης Μεραρχίας Panzer κοντά στο χωριό Κοστρίτσα, βορειοανατολικά του Μπορισόφ. Ήταν ένας άνισος αγώνας, κατά τον οποίο ένα γερμανικό σύνταγμα κράτησε για περίπου 18 ώρες 5 μεραρχίες του εχθρού, πολεμώντας με απαράμιλλη τεχνική και καταφέρνοντας τελικά να υποχωρήσουν αξιοπρεπέστατα στο Μπορισόφ.

Στις 30 Ιουνίου οι 1η και 31η Μεραρχίες Πεζικού, που οργανικά ανήκαν στο 16ο Σώμα της Φρουράς, προσπάθησαν ανεπιτυχώς να περάσουν τον Μπερεζίνα ανατολικά του Ζεμπίν. Οι μάχες που διεξήγαγαν με το τάγμα αναγνώρισης της 5ης Στρατιάς Panzer υπήρξαν από τις πλέον φονικές, αλλά παρά την συντριπτική αριθμητική τους υπεροχή δεν κατάφεραν να κυριεύσουν ούτε ένα μέτρο γης. Το 29ο Τ/Θ Σώμα και το 3ο Μηχανοκίνητο Σώμα της Φρουράς είχαν ωστόσο καταφέρει να διαπεράσουν τον ποταμό βόρεια από το Μπορισόφ και 2 μεραρχίες της 11ης Στρατιάς της Φρουράς στα νότια.

Ακόμη νοτιότερα, η 31η Στρατιά του υποστράτηγου Γκλαγκόλεφ (Vasilii Vasilevich Glagolev) πέρασε τον Μπερεζίνα στο ύψος του ομώνυμου χωριού, το Μπερεζίνο, μετά από αλλεπάλληλες αποτυχημένες προσπάθειες της Luftwaffe να καταστρέψει τις εκεί γέφυρες.

Η ολοκλήρωση της κύκλωσης του Μπορισόφ το καταδίκασε οριστικά. Το 3ο Τ/Θ Σώμα της Φρουράς επιχείρησε άμεση προσβολή από την βασική γέφυρα του Μπερεζίνα που οδηγούσε στο κέντρο της πόλης, αλλά οι Γερμανοί πρόλαβαν να την ανατινάξουν. Το απόγευμα, μετά από πολύωρες φονικές οδομαχίες στα οικοδομικά τετράγωνα της πόλης, οι Γερμανοί την εγκατέλειψαν στους Σοβιετικούς. 

Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΡΟΥΪΣΚ KAI TOY ΜΙΝΣΚ

Όπως ήδη αναφέρθηκε, για το 1ο Λευκορωσσικό Μέτωπο η πρώτη μέρα της επίθεσης δεν πήγε καλά. Η κατάσταση άλλαξε στις 24 Ιουνίου, όταν η 3η Στρατιά κατάφερε να δημιουργήσει ρήγματα βάθους 10 χλμ στην αμυντική διάταξη της 134ης Μεραρχίας Πεζικού, που οργανικά ανήκε στο XXXV Σώμα του υποστράτηγου Λύτζοφ (Kurt Jürgen Freiherr von Lützow). Ο Ροκοσόφσκι αμέσως εκμεταλλεύτηκε το γεγονός για να διατάξει την διαπλάτυνση των ρηγμάτων και να προελάσει προς το Μινσκ. Αλλά σε πρώτη φάση έπρεπε να καταληφθεί το Μπαμπρουΐσκ, στο μέσο του άξονα Γκόμελ – Μινσκ.

Μπροστά στον διαφαινόμενο κίνδυνο, ο διοικητής της 9ης Στρατιάς, στρατηγός Γιόρνταν, έλαβε άδεια από τον Μπους να κινητοποιήσει την εφεδρική 20η Μεραρχία Panzer. Η μονάδα αυτή, που εκείνη την περίοδο διέθετε μόνο 71 PzKpfw IV και μερικά Panther, έσπευσε προς τα νοτιοανατολικά του Μπαμπρουΐσκ, αλλά όταν η 65η Στρατιά του υποστράτηγου Μπατόφ (Pavel Ivanovich Batov) κατάφερε να διατρήσει σε ακόμη πιο κρίσιμα σημεία και μεγαλύτερο βάθος την γερμανική διάταξη με το 1ο Τ/Θ Σώμα Φρουράς του υποστράτηγου Πανόφ (Mikhail Fedorovich Panov), ο Γιόρνταν την διέταξε να αλλάξει πορεία προς τα νότια.

Ακολούθησε σωστό κομφούζιο, καθώς τα γερμανικά άρματα και τα οχήματα της μεραρχίας αγωνίζονταν να διέλθουν από τους βαλτότοπους του Μπερεζίνα -μια περιοχή με άθλιο οδικό δίκτυο, όπου οπισθοχωρούντα τμήματα της Wehrmacht αναμεμιγμένα με χιλιάδες αμάχων προσφύγων καθιστούσαν κάθε κίνηση αδύνατη.

Τελικά, οι προφυλακές πεζικού της μεραρχίας συγκρούστηκαν με στοιχεία του 1ου Τ/Θ Σώματος της Φρουράς κοντά στο χωριό Σλομπότκα. Γρήγορα ενεπλάκησαν και τα Panzer, καταστρέφοντας περίπου 60 σοβιετικά άρματα, αλλά με τεράστιες ίδιες απώλειες. Η προέλαση του εχθρού δεν ανακόπηκε, ενώ το 9ο Τ/Θ Σώμα της 3ης Στρατιάς προσέγγιζε το Μπαμπρουΐσκ από τα ανατολικά, έχοντας εγκλωβίσει τουλάχιστον 40.000 Γερμανούς σε έναν θύλακα με διάμετρο 25 χιλ!

Στις 26 Ιουνίου, καθώς η 20η Μεραρχία Panzer αναδιπλωνόταν προς τις παρυφές του Μπαμπρουΐσκ, οι Μπους και Γιόρνταν έγιναν δεκτοί αργά το βράδυ στο Ομπερσάλτσμπεργκ. Μετά από έντονες διαβουλεύσεις, ο Χίτλερ μαινόμενος αρνήθηκε να θέσει την άμυνα του Μπαμπρουΐσκ σε δεύτερη μοίρα.

Την επόμενη μέρα απέλυσε τον Γιόρνταν και στις 28 του μηνός αφαίρεσε την διοίκηση της Ομάδας Στρατιών Κέντρο από τον Μπους και την ανέθεσε στον Μόντελ, ο οποίος έσπευσε στην έδρα της Ομάδας Στρατιών στο Μινσκ στις 29 Ιουνίου. Το ημερολόγιο της 9ης Στρατιάς ανέφερε ότι η είδηση της ανάληψης καθηκόντων από τον νέο διοικητή αντιμετωπίσθηκε με ιδιαίτερη ανακούφιση.

Η πραγματικότητα όμως ήταν σκληρή: το σοβιετικό πυροβολικό και η αεροπορία εξόντωσαν κυριολεκτικά τα οπισθοχωρούντα προς το Μπαμπρουΐσκ εναπομείναντα τμήματα της Werhmacht (σύμφωνα με στοιχεία των Ρώσων, 10.000 Γερμανοί έχασαν την ζωή τους, ενώ 6.000 αιχμαλωτίσθηκαν) και οι επίγειες δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού περικύκλωσαν την πόλη από κάθε πλευρά.

Ο Χίτλερ προθυμοποιήθηκε, ομολογουμένως αρκετά καθυστερημένα, να αποσπάσει την 12η Μεραρχία Panzer από την Ομάδα Στρατιών Βορράς και να την στείλει στην πολιορκημένη πόλη για να την ανακουφίσει. Αυτή έφτασε αργά, όταν όλα είχαν τελειώσει. Επρόκειτο, άλλωστε, για μονάδα ελλιπώς εξοπλισμένη μόνο με 44 PzKpfw III και IV (τα υπόλοιπα συντάγματά της ανέμεναν καινούργια Panther από την Γερμανία).

Στις 27 Ιουνίου οι Σοβιετικοί άρχισαν τις προσπάθειες να την καταλάβουν με απευθείας εφόδους. Ο φρούραρχος του Μπαμπρουΐσκ, υποστράτηγος Χάμαν (Adolf Hamann), που όλη αυτή την περίοδο αντιμετώπιζε το χάος από τα στρατεύματα των διαλυμένων μεραρχιών που συνωστίζονταν στην πόλη του, διατάχθηκε να παραμείνει με μια μεραρχία για να συγκρατήσει τους Ρώσους, καθώς ο διοικητής της 383ης Μεραρχίας Πεζικού, υποστράτηγος Χοφμάιστερ (Edmund Hoffmeister), θα ηγείτο μιας προσπάθειας εκκένωσης. Οι 3.500 περίπου τραυματίες της Wehrmacht, που μέχρι τότε έβρισκαν καταφύγιο στην πόλη, θα εγκαταλείπονταν στο έλεος του εχθρού.

Η επιχείρηση άρχισε στις 23.00 της 28ης, με τμήματα της 20ης Μεραρχίας Panzer στην εμπροσθοφυλακή. Κατανεμημένοι σε μικρά ευέλικτα τμήματα, 5.000 περίπου Γερμανοί στρατιώτες -σε πρώτη φάση- και ακόμη 20.000  αργότερα κατόρθωσαν να γλιστρήσουν σταδιακά μεταξύ των ρωσικών γραμμών και να κατευθυνθούν προς το Μινσκ, με σκοπό να ενωθούν με τις προφυλακές της 12ης Μεραρχίας Panzer, που βρίσκονταν σε απόσταση 20 χλμ.

Με το πρώτο φως της αυγής οι φυγάδες εντοπίσθηκαν από τεθωρακισμένες μονάδες και πεζικό του εχθρού και δέχθηκαν ανηλεή επίθεση. Τελικά σώθηκαν περίπου 15.000, που ασφαλώς θα αργούσαν να συνέλθουν για να υπηρετήσουν ξανά στην πρώτη γραμμή, αλλά το Μπαμπρουΐσκ για τους Γερμανούς είχε οριστικά χαθεί, μαζί με περισσότερους από 50.000 συντρόφους τους. Ο Λύτζοφ και το επιτελείο του οδηγήθηκαν στην αιχμαλωσία, ενώ από την 9η Στρατιά δεν απέμεινε παρά η σκιά της!

Με τους άνδρες του Ροκοσόφσκι στα νότια και του Τσερνιακόφσκι στον βορρά, η ρωσική λαβίδα έκλινε τώρα επικίνδυνα, με σκοπό να συνθλίψει τα απομεινάρια της 9ης και της 4ης Στρατιάς. Σε μια απελπισμένη προσπάθεια να πλήξει τα κυριότερα βιομηχανικά και συγκοινωνιακά σοβιετικά κέντρα, η Luftwaffe σχημάτισε μια δύναμη βομβαρδιστικών τύπου Heinkel He-177 Greif. Ένα τμήμα της, η Kampfgeschwader 1 «Hindenburg», διατάχθηκε να αναπτύξει δράση στον κεντρικό τομέα του Ανατολικού Μετώπου, με έμφαση στην προστασία του Μινσκ. Αλλά η καταλυτική υπεροχή της Σοβιετικής Αεροπορίας και η έλλειψη καυσίμων ματαίωσαν τα φιλόδοξα αυτά σχέδια των Γερμανών.

Επιπλέον, η ανικανότητα της ΟΚΗ να εξασφαλίσει δυνάμεις από άλλα μέτωπα για την σωτηρία του Μινσκ, σε συνδυασμό με την αμετακίνητη άρνηση του Χίτλερ να επιτρέψει και σε αυτήν την περίπτωση την εκκένωσή του, σήμαινε πως η πόλη θα έπρεπε να αμυνθεί χρησιμοποιώντας την φρουρά της και τα συρρέοντα σε αυτήν υποχωρούντα εξαθλιωμένα τμήματα των γύρω περιοχών.

Η επίμονη αντίσταση της 5ης Μεραρχίας Panzer στα ανατολικά της πόλης, ανάγκασε το 29ο Τ/Θ Σώμα και το 3ο Μηχανοκίνητο Σώμα της Φρουράς  να την προσεγγίσουν από την δασώδη, αλλά ελλιπώς φυλασσόμενη βόρεια πλευρά της.

Όμως το 3ο Τ/Θ Σώμα της Φρουράς, συνεπικουρούμενο από μονάδες πεζικού της 11ης Στρατιάς της Φρουράς, συνέχισαν να πιέζουν από τα ανατολικά, με σκοπό να ελέγξουν την οδική αρτηρία Μινσκ – Μπορισόφ – Όρσα (που στην συνέχεια οδηγούσε στο Σμόλενσκ και την Μόσχα).

Από τα νότια, την απειλή συνιστούσε το 2ο Τ/Θ Σώμα της Φρουράς. Κατά την διάρκεια των δύο πρώτων ημερών του Ιουλίου, οι «Τίγρεις» του 505ου Τάγματος Βαρέων Αρμάτων και τα εναπομείναντα άρματα της 5ης Μεραρχίας Panzer συγκρούστηκαν με στοιχεία της 5ης Τ/Θ Στρατιάς της Φρουράς του στρατάρχη Ροτμίστροφ (Pavel Alekseevich Rotmistrov), στα βόρεια του Μινσκ. Άγριες μάχες συντάραξαν την περιοχή για διάστημα μιας εβδομάδας.

Η εμμονή των Γερμανών να κρατήσουν «καθαρή» αυτήν την πλευρά της πόλης δικαιολογείτο από το γεγονός ότι ουσιαστικά αποτελούσε την μοναδική δίαυλο διαφυγής, σε περίπτωση που διατασσόταν εκκένωση. Παρά την αρχική επιτυχία τους (κατέστρεψαν 300 περίπου σοβιετικά άρματα), οι Γερμανοί έχασαν όλα τα Tiger I και αποσύρθηκαν με 18 από ένα σύνολο 125 αρμάτων.

Η κατάσταση στο Μινσκ, που το υπερασπίζονταν 1.800 ένοπλοι, κατάντησε ανυπόφορη. Στις 2 Ιουλίου ο Χίτλερ πείστηκε να επιτρέψει την εκκένωση, αν και οι ανατινάξεις κρίσιμων εγκαταστάσεων είχαν ξεκινήσει από την προηγούμενη. Μέσω τραίνων, 15.000 άοπλοι στρατιώτες, 8.000 τραυματίες και 12.000 βοηθητικό και επιτελικό προσωπικό της Ομάδας Στρατιών Κέντρο αποφάσισαν να τολμήσουν την έξοδο προς την σωτηρία.

Στις 2:00 της 3ης Ιουλίου άρματα του 2ου Τ/Θ Σώματος της Φρουράς προσέγγισαν τις νότιες συνοικίες του Μινσκ, και λίγο αργότερα άνδρες της 4ης Τ/Θ Ταξιαρχίας της Φρουράς μεταφερόμενοι πάνω στα άρματά της εισέβαλαν στο κέντρο της πόλης, εξαλείφοντας τους τελευταίους θύλακες αντίστασης των Γερμανών. Μέχρι το μεσημέρι εκείνης της μέρας έφτασαν και οι μονάδες του 1ου Τ/Θ Σώματος της Φρουράς του υποστράτηγου Πανόφ, και στις επόμενες μέρες ακολούθησαν στοιχεία της 11ης Στρατιάς της Φρουράς και της 31ης Στρατιάς. 

ΟΙ ΔΑΦΝΕΣ ΤΗΣ ΔΟΞΑΣ

Με το Μινσκ παραδομένο στις φλόγες, για τους Γερμανούς η Λευκορωσσία ουσιαστικά είχε για πάντα χαθεί. Στον βόρειο τομέα, οι άνδρες του Μπαγκραμιάν είχαν προωθηθεί προς Πολάτσκ και κατόπιν προς Ντβινσκ (το σημερινό Νταουγκάβπιλς της Λετονίας, που οι Γερμανοί τότε αποκαλούσαν Ντύναμπουργκ), πιέζοντας το IX Σώμα του Βούτμαν προς την Λιθουανία. Ήταν το μόνο σώμα της 3ης Στρατιάς Panzer του Ράινχαρντ που διατηρείτο σε σχετικά καλή κατάσταση. Στις 13 Ιουλίου ο Ροτμίστροφ μπήκε στο Βίλνιους, την πρωτεύουσα της Λιθουανίας.

Νοτιότερα, το ΧΙΙ Σώμα με τον διοικητή του, υποστράτηγο Μύλερ, παραδόθηκε στους Σοβιετικούς. Η εκκαθάριση των περιοχών γύρω από το Μινσκ συντελέσθηκε μέχρι τις 11 Ιουλίου από το 2ο Λευκορωσικό Μέτωπο και απέφερε ακόμη 57.000 αιχμαλώτους. Από τους 10.000 στρατιώτες, που κατάφεραν να διασωθούν από το XXVII Σώμα του στρατηγού Φέλκερς (Paul Völkers), ο οποίος τελικά συνελήφθη στις 9 Ιουλίου και πέθανε κατά την διάρκεια της αιχμαλωσίας του στις 25 Ιανουαρίου 1946, μόνο οι 800 κατάφεραν να φτάσουν σε φίλιες δυνάμεις στα δυτικά μετά από απίστευτες ταλαιπωρίες διάρκειας δύο μηνών.

Στο μεταξύ, ο Ροκοσόφκσι μπήκε στις 8 Ιουλίου στο Μπαραναβίτσι, στο μέσο περίπου της διαδρομής Μινσκ – Μπρεστ Λιτόφσκ, και την επόμενη μέρα ο Τσερνιακόφσκι κατέλαβε την Λίντα, στα σύνορα της Λευκορωσίας με την Λιθουανία.

Η 2η Στρατιά του στρατηγού Βάις πρόλαβε να αναδιπλωθεί προς την Πολωνία, συγκρατώντας την σοβιετική προέλαση. Σε εκείνη την φάση η επιθετικότητα του Κόκκινου Στρατού παρουσίασε κάμψη, εξαιτίας της απομάκρυνσής από τα κύρια κέντρα ανεφοδιασμού, αλλά και των εύστοχων αμυντικών μέτρων του έμπειρου Μόντελ.

Ο στρατάρχης, ο οποίος ταυτόχρονα διατηρούσε την θέση του διοικητή του Μετώπου Βόρειας Ουκρανίας, φρόντισε να τοποθετήσει στο κενό των 359 χλμ που παρουσίαζε το μέτωπο από τα έλη του Πριπιάτ μέχρι τον ποταμό Νιέμεν τις ενισχύσεις που κατέφθασαν, προτάσσοντας έναν στιβαρό φραγμό στην σοβιετική πλημμυρίδα.

Αλλά ήταν ήδη αργά για να αλλάξει ο ρους της Ιστορίας. Οι Σοβιετικοί, ανταποκρινόμενοι με την συνήθη υπερβολή που τους διέκρινε στην παράκληση των Δυτικών τους Συμμάχων για δημιουργία ενός αντιπερισπασμού στο Ανατολικό Μέτωπο προκειμένου να πραγματοποιήσουν την απόβασή τους στην Νορμανδία, είχαν πετύχει μια μοναδική νίκη, που σε πολλά σημεία θύμιζε τον περίφημο αστραπιαίο πόλεμο (Blitzkrieg) των Γερμανών. Η αριθμητική και υλική τους υπεροχή υπήρξε ο καταλυτικός παράγοντας αυτής της νίκης, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως προοίμιο της οριστικής κατάρρευσης της γερμανικής πολεμικής μηχανής του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1 – ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΗΓΗΤΟΡΕΣ

Γνήσιο τέκνο της λουθηρανικής παιδείας, ο Μόντελ ουδέποτε υιοθέτησε την πρωσική στρατιωτική στάση των «αριστοκρατών» ανώτατων διοικητών της Wehrmacht. Αυτί και μόνο αρκούσε για να κερδίσει την συμπάθεια του Χίτλερ, που με κάθε ευκαιρία δεν δίσταζε να τονίζει ότι ήταν ο πλέον αγαπητός του στρατάρχης.

Ορκισμένος πολέμιος του καθεστώτος της Βαϊμάρης, ο παλαίμαχος αυτός μαχητής του Μεγάλου Πολέμου (είχε τιμηθεί με τον Σιδηρού Σταυρό το 1915, ως υπολοχαγός, και τραυματίστηκε αρκετές φορές στο πεδίο της μάχης) κατά την διάρκεια του μεσοπολέμου τοποθετήθηκε στο Γενικό Επιτελείο του υποτυπώδους στρατιωτικού σώματος των 100.000 ανδρών της Reichsheer και ποτέ δεν κατάφερε να γίνει συμπαθής μεταξύ των συναδέλφων του εξαιτίας του απότομου χαρακτήρα του και της έλλειψης λεπτών τρόπων. Ωστόσο υπήρξε ευφυής, παθιασμένος με την εργασία του και ταλαντούχος αξιωματικός.

Οι ιδέες του ήταν ακραία συντηρητικές, γεγονός που διευκόλυνε την ένταξή του στον Εθνικοσοσιαλισμό. Όσοι βρέθηκαν υπό τις διαταγές του δεν πέρασαν καλά, γιατί ως άνθρωπος της σιδηράς πειθαρχίας ήταν απαιτητικός και συχνά τους πίεζε μέχρις εξάντλησης των φυσικών τους δυνατοτήτων, αλλά οπωσδήποτε έχαιρε της εκτίμησης και του σεβασμού τους εξαιτίας του εύρους των γνώσεων και των εμπειριών που διέθετε στα πολεμικά θέματα, αλλά και της ευθύτητας του χαρακτήρα του.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που τόλμησε να αμφισβητήσει ακόμη και τον ίδιο τον Χίτλερ, συχνά με όχι και τόσο κομψό τρόπο, αλλά τελικά αυτό ήταν που μαγνήτιζε τον αδίστακτο παρορμητισμό του δικτάτορα, ο οποίος εκτιμούσε ιδιαίτερα την ευθύτητα των «λαϊκών» στρατηγών και απεχθανόταν την δουλικότητα των Πρώσων αριστοκρατών του Γενικού Επιτελείου.

Τον Ιανουάριο του 1944 ο Μόντελ διορίσθηκε διοικητής της ΟΣ Βορράς και τρεις μήνες αργότερα προήχθη σε στρατάρχη (ο νεώτερος σε ολόκληρη την Wehrmacht), αναλαμβάνοντας την διοίκηση της ΟΣ Βόρειας Ουκρανίας, στην θέση του πρόσφατα απολυμένου στρατάρχη Μανστάιν. Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη της Ανώτατης Διοίκησης Στρατού (Oberkommando des Heeres – OKH), αυτή θα ήταν η δύναμη που θα αντιμετώπιζε την μεγάλη αντεπίθεση που οι Σοβιετικοί ετοίμαζαν το καλοκαίρι του 1944. Ωστόσο, τα γεγονότα που ακολούθησαν απέδειξαν ότι ο Μόντελ θα ηγείτο της γερμανικής άμυνας μάλλον ως διοικητής της ΟΣ Κέντρο (Heeresgruppe Mitte).

Απέναντι στον δυναμισμό και την τραχύτητα του Μόντελ, ο στρατάρχης Μπούς (Ernst Busch) αποτελούσε την ήπια, βαθιά στοχαστική, μα εξίσου αποτελεσματική και πιστή στον Φύρερ εκδοχή ενός ηγέτη της πρώτης γραμμής. Παρασημοφορημένος με τον Σταυρό «Pour Le Merite» για τον ηρωισμό που επέδειξε κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Μπους αναδείχθηκε περισσότερο εξαιτίας της θέρμης της εθνικοσοσιαλιστικής του πίστης, παρά των στρατηγικών του ικανοτήτων.

Κατά την εισβολή των Γερμανών στην Τσεχοσλοβακία, τον Οκτώβριο του 1938, υπήρξε ο ένας από τους δύο μόνο αξιωματικούς του Γενικού Επιτελείου που υποστήριξαν με πάθος την απόφαση του Χίτλερ να επέμβει δυναμικά στην γειτονική χώρα, προκαλώντας ουσιαστικά ολόκληρη την Ευρώπη. Τούτο ο Φύρερ δεν το λησμόνησε ποτέ.

Η επιτυχής δράση του κατά την πολωνική εκστρατεία, ως διοικητής του 8ου Σώματος στρατού, και κατόπιν κατά την εκστρατεία στην Γαλλία, ως διοικητής πλέον της 16ης Στρατιάς, ήταν αρκετή για να πείσει τον Χίτλερ ότι μπορούσε να βασίζεται στην ευπείθεια και την εμπειρία του Μπους.

Όταν η 16η Στρατιά, εντεταγμένη στην ΟΣ Βορράς (Heeresgruppe Nord) του στρατάρχη Λέεμπ (Wilhelm Ritter von Leeb),  διατάχθηκε τον Ιούνιο του 1941 να κινητοποιηθεί από το Γκόουνταπ (Gołdap) της Βόρειας Πολωνίας για να συμμετάσχει στην επιχείρηση Μπαρμπαρόσα, ο Μπους παρέμεινε διοικητής της. Η ανώτατη διοίκηση είχε σωστά εκτιμήσει ότι η ιδιοσυγκρασία του ταίριαζε απόλυτα στην στατικότητα που η πολιορκία του Λένινγκραντ συνεπαγόταν, σε αντίθεση με την ανήσυχη φύση άλλων στρατηγών, όπως για παράδειγμα του Μανστάιν ή του Μόντελ, που αρέσκονταν σε επιχειρήσεις βασισμένες στην ταχύτητα ανάπτυξης τεθωρακισμένων μονάδων και την διεξαγωγή μεγάλων κυκλωτικών κινήσεων.

Όταν στις 28 Οκτωβρίου 1943 ο στρατάρχης Κλούγκε (Günter von Kluge) τραυματίστηκε σοβαρά σε αυτοκινητιστικό ατύχημα, ο Μπους διορίστηκε διοικητής της ΟΣ Κέντρο. Δεν ήταν μόνο η συνέπεια και η ακλόνητη πίστη του προς τον Φύρερ, οι λόγοι αυτής της επιλογής. Κατά βάθος, η ανώτατη διοίκηση πίστευε ότι η ΟΣ Κέντρο θα περιοριζόταν σε επιχειρήσεις δευτερεύουσας σημασίας και ότι το κύριο βάρος της σοβιετικής επίθεσης θα σήκωναν οι «πλάτες» του Μόντελ. 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2 – ΟΙ ΣΟΒΙΕΤΙΚΟΙ ΗΓΗΤΟΡΕΣ

Καθένας από τους διοικητές των τεσσάρων Μετώπων είχε την δική του ιστορία και αξία.

Ο Μπαγκραμιάν, λόγω καταγωγής, βρισκόταν στο περιθώριο για αρκετό διάστημα, ασκώντας κυρίως επιτελικό έργο ως συνταγματάρχης. Η ανάγκη για επιτελικούς αξιωματικούς εκτίναξε κυριολεκτικά την καριέρα του, ώστε το 1942 προήχθη σε υποστράτηγο και διορίσθηκε στο επιτελείο του στρατάρχη Τιμοσένκο (Semyon Konstantinovich Timoshenko).

Παρά το ότι μέχρι τότε δεν είχε διοικήσει ούτε μια μεραρχία, η οξύτατη αντίληψη και η δεινότητα με την οποία χειριζόταν τους μηχανοκίνητους σχηματισμούς συντέλεσαν στο να του ανατεθεί η διοίκηση της 16ης Στρατιάς, που διακρίθηκε το 1942 στις μάχες του Rzhev, της Σιχέφκα και της Βιάσμα, και πολύ περισσότερο τον Φεβρουάριο του 1943 στην επίθεση του Μπριάνσκ.

O Στάλιν αναδιοργάνωσε τιμητικά την 16η Στρατιά ως 11η Στρατιά της Φρουράς και την διέταξε να συμμετάσχει στην μάχη του Κουρσκ (4 – 20 Ιουλίου 1943) υπό τις διαταγές του μόλις προαχθέντος σε αντιστράτηγο Μπαγκραμιάν. Επομένως, όταν τον Νοέμβριο του 1943 ανέλαβε την διοίκηση του 1ου Μετώπου Βαλτικής, ο Μπαγκραμιάν ήταν ένας έμπειρος και νικηφόρος διοικητής.

Ο Τσερνιακόφσκι, πάλι, είχε μια άλλη ιδιαιτερότητα: ήταν ο νεότερος από τους 4 διοικητές -μόλις 38 ετών! Προερχόταν από το σώμα των τεθωρακισμένων. Κατά την έναρξη του πολέμου διοικούσε την 28η Τ/Θ Μεραρχία, η οποία υπέστη φοβερές απώλειες μαχόμενη την 1η Μεραρχία Panzer του υποστράτηγου Κίρχνερ (Friedrich Kirchner), κατά την προέλαση του XLI Σώματος του στρατηγού Ράινχαρντ (Georg Hans Reinhardt) στην Βαλτική.

Η μεραρχία του Τσερνιακόφσκι αναδιοργανώθηκε ως 241η Μεραρχία Τυφεκιοφόρων, αλλά όταν το καλοκαίρι του 1942 συντελέστηκε η σοβιετική παραγωγική έκρηξη αρμάτων μάχης, επιλέχθηκε ως διοικητής του 18ου Τ/Θ Σώματος για να συνδράμει στην μάχη του  Στάλινγκραντ.

Στην μάχη του Κουρσκ ηγήθηκε της 60ης Στρατιάς και κατόπιν διακρίθηκε κατά την διάβαση των ποταμών Ντέσνα και Δνείπερου και την απελευθέρωση του Κιέβου. Τον Απρίλιο του 1944 τοποθετήθηκε διοικητής του Δυτικού Μετώπου, που αργότερα ονομάστηκε 3ο Μέτωπο Λευκορωσίας. Ο σημαντικός ρόλος που διαδραμάτισε στην επιχείρηση Μπαγκρατιόν δεικνύει ακριβώς την αμέριστη εκτίμηση που η Stavka έτρεφε προς το πρόσωπό του.

Ο Ζακχάροφ ήταν ήδη υποστράτηγος κατά την έναρξη της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα, τοποθετημένος ως επιτελάρχης της 22ης Στρατιάς. Κατόπιν υπηρέτησε σε πολλές επιτελικές θέσεις και διετέλεσε υποδιοικητής σε μεγάλους σχηματισμούς πρώτης γραμμής, κυρίως στον νότιο τομέα του μετώπου.

Τον Φεβρουάριο του 1943 υπήρξε διοικητής της 51ης Στρατιάς και τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς ανέλαβε την ηγεσία της 2ης Στρατιάς της Φρουράς. Στην επιχείρηση Μπαγκρατιόν θα υπηρετούσε υπό τις διαταγές του ικανότατου στρατηγού Ivan Efimovich Petrov, αλλά επειδή ο τελευταίος δεν ήταν συμπαθής στον Στάλιν παρακάμφθηκε και η διοίκηση ανατέθηκε τελικά στον «επίμονο και ορμητικό» Ζακχάροφ. Η αποστολή του ήταν η λιγότερο απαιτητική, όμως την εκτέλεσε με ιδιαίτερη επιτυχία, ώστε τον Νοέμβριο του 1944 τιμήθηκε με την ανάθεση της διοίκησης της 4ης Στρατιάς της Φρουράς.

Τέλος, ο πολωνικής καταγωγής και παρασημοφορημένος με τον Σταυρό του Αγίου Γεωργίου κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στρατηγός Ροκοσόφσκι υπήρξε ο πλέον δεινός αντίπαλος των Γερμανών κατά την διάρκεια της συγκεκριμένης επιχείρησης. Οι πολεμικές εμπειρίες του ήταν μοναδικές: Στην διάρκεια της επανάστασης του 1917 υπηρέτησε στο πλευρό των Μπολσεβίκων στην Άπω Ανατολή, ύστερα ηγήθηκε ως διοικητής της 5ης Ταξιαρχίας Ιππικού κατά των Κινέζων το 1929 και της 7ης το 1930. Μάλιστα από τις τάξεις του αναδύθηκε ο μετέπειτα ένδοξος στρατάρχης Ζούκοφ (Georgii Konstantinovich Zhukov).

Κατά τις σταλινικές εκκαθαρίσεις έπεσε και ο ίδιος θύμα, ώστε το 1937 συνελήφθη και οδηγήθηκε σε Γκούλαγκ, από όπου μόνο το 1940 αφέθηκε ελεύθερος, όταν πια ο Στάλιν, υπό την απογοήτευση που δοκίμασε από τον πόλεμο με την Φινλανδία, αντελήφθη το κακό που είχε επιφέρει στο στράτευμα η τακτική του.

Αρχικά, ο Ροκοσόφσκι ανέλαβε την ηγεσία του 9ου Μηχανοκίνητου Σώματος στην Ουκρανία και κατόπιν της 4ης Στρατιάς, που υπερασπίστηκε το Smolensk και την Μόσχα το 1941. Κατά την προάσπιση της σοβιετικής πρωτεύουσας ανέλαβε την διοίκηση της 16ης Στρατιάς και τον Ιούλιο του 1942 ολόκληρου του Μετώπου του Bryansk. Αλλά σύντομα οι ανάγκες που προέκυψαν στην περιοχή του Στάλινγκραντ επέβαλαν την τοποθέτησή του στην διοίκηση του εκεί μετώπου. Κατά την διάρκεια της μάχης του Κουρσκ ηγήθηκε του Κεντρικού Μετώπου, που αργότερα μετονομάσθηκε σε 1ο Μέτωπο Λευκορωσίας και διαδραμάτισε τον πλέον σημαίνοντα ρόλο στην επιχείρηση Μπαγκρατιόν εξαιτίας της γεωγραφικής περιοχής που έδρασε.

Τον συντονισμό μεταξύ του 1ου Μετώπου Βαλτικής και του γειτονικού του 3ου Μετώπου Λευκορωσίας ανέλαβε ο μέχρι πρότινος Αναπληρωτής Λαϊκός Κομισάριος (υφυπουργός) Άμυνας στρατάρχης Βασιλέφσκι (Aleksandr Mikhailovich Vasileskii).

Τον ίδιο ρόλο ανέλαβε ο στρατάρχης Ζούκοφ για τα γειτονικά μεταξύ τους 2ο και 1ο Μέτωπο Λευκορωσίας. Η παρουσία αυτών των δύο εξεχόντων απεσταλμένων της Stavka τότε δικαιολογήθηκε με το πρόσχημα της απειρίας των Μπαγκραμιάν και Τσερνιακόφσκι, αλλά σαφώς τέτοιο ζήτημα ουσιαστικά δεν ετίθετο. Απλά, όπως ο Χίτλερ, έτσι και ο Στάλιν δεν εμπιστευόταν κανέναν. 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3 – Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΣΟΒΙΕΤΙΚΟΥ ΙΠΠΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΤΙΖΑΝΩΝ

Κατά την επιχείρηση Μπαγκρατιόν, ο Κόκκινος Στρατός διέθετε 6 μεραρχίες ιππικού, προκειμένου να εξασφαλιστεί η διέλευση μάχιμων δυνάμεων μέσα από τις πυκνά δασώδεις περιοχές της Λευκορωσίας και τους αμέτρητους βαλτότοπους. Αυτό που στο Δυτικό Μέτωπο θεωρείτο ως παρωχημένη πρακτική, στο Ανατολικό αποτελούσε βασική προϋπόθεση για την επιτυχία ενός εγχειρήματος και την αποτελεσματική άμυνα της Ρωσίας (η τελευταία ιππήλατη μεραρχία διαλύθηκε στην Σοβιετική Ένωση το 1957).

Τα σώματα ιππικού το καλοκαίρι του 1944 αποτελούνταν από 2 – 3 μεραρχίες ιππικού, αλλά ως προς την δύναμη πυρός ενισχύονταν με 2 – 4 τεθωρακισμένα συντάγματα, δηλαδή με 70 – 140 άρματα μάχης, 1 σύνταγμα τεθωρακισμένων εφόδου και πάμπολλα στοιχεία πυροβολικού. Συχνά εντάσσονταν σε ευρύτερους μηχανοκίνητους ή τεθωρακισμένους σχηματισμούς, η βασικότερη αποστολή των οποίων ήταν να επεμβαίνουν δραστικά μετά την διάτρηση των εχθρικών αμυντικών γραμμών από το πεζικό.

Επίσης, αναλάμβαναν ειδικές αποστολές, όπως η εξασφάλιση γεφυρών και περασμάτων, αναγνωρίσεις πίσω από τις γερμανικές θέσεις και διενέργεια δολιοφθορών. Σε αυτή την τελευταία δραστηριότητα σημαντική ήταν η δράση των παρτιζάνων.

Βαθιά πίσω από τις εχθρικές γραμμές, οι παρτιζάνοι της Λευκορωσίας (περίπου 270.000 καλά οργανωμένοι και εξοπλισμένοι άνδρες, ενταγμένοι σε 157 ταξιαρχίες και 83 μικρότερες ομάδες) απασχολούσαν το 15% των γερμανικών δυνάμεων της περιοχής.

Οι επεμβάσεις τους ήταν τόσο εύστοχες, ώστε η Wehrmacht διέθετε σε μόνιμη βάση 6 μεραρχίες ασφαλείας (Polizei Divisionen) για την αντιμετώπισή τους.

Σύμφωνα με τις σοβιετικές πηγές, σε όλη την διάρκεια του πολέμου το κίνημα των παρτιζάνων στην Λευκορωσία κατέστρεψε 11.128 βαγόνια, 34 τεθωρακισμένους συρμούς, 18.700 οχήματα, 1.355 άρματα και διάφορα τεθωρακισμένα και φόνευσε περίπου μισό εκατομμύριο άνδρες του εχθρού.    

_______________________________________

Βιβλιογραφία:

  1. Paul Adair: «Hitler’s Greatest Defeat: The Collapse of Army Group Centre, June 1944» (Arms & Armour Press, London 1994)
  2. David M. Glantz & Harold S. Orenstein: «Belorussia 1944: The Soviet General Staff Study» (Frank Cass, 2001) ISBN 0714651028
  3. Walter S. Dunn, Jr.: «Soviet Blitzkrieg: The Battle for White Russia, 1944» (Lynne Rienner, 2000) ISBN 1555878806
  4. Samuel W. Mitcham: «Crumbling Empire: The German Defeat in the East, 1944» (Praeger, 2001)
  5. Steven Zaloga: «Bagration 1944: The Destruction of Army Group Centre (Osprey, 1996)
  6. Earl F. Ziemke: «Stalingrad to Berlin: The German Defeat in the East» (University Press of the Pacific, New York 2002)

 

ΠΗΓΗ