Η υπόθεση της ταινίας Lord of War (στα ελληνικά κυκλοφόρησε ως «Κυρίαρχος του Παιχνιδιού»)
δεν είναι μια απολύτως αληθινή ιστορία, αλλά είναι σε μεγάλο βαθμό εμπνευσμένη από
👉 πραγματικά γεγονότα και πρόσωπα.
Ο κεντρικός χαρακτήρας, Γιούρι Ορλόφ (τον οποίο υποδύεται ο Νίκολας Κέιτζ), είναι ένα κράμα από πέντε πραγματικούς εμπόρους όπλων. Η βασικότερη και πιο ξεκάθαρη πηγή έμπνευσης είναι ο διαβόητος Ρώσσος έμπορος όπλων Βίκτωρ Μπουτ (Viktor Bout), γνωστός και με το προσωνύμιο
![]() |
| Βίκτωρ Μπουτ. |
«Έμπορος του Θανάτου».
Μια απίστευτη αληθινή λεπτομέρεια για την ταινία:
Οι δημιουργοί της ταινίας αποκάλυψαν ότι κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων αγόρασαν 3.000 αληθινά AK-47 (Καλάσνικοφ) και νοίκιασαν αληθινά τανκς από έναν Τσέχο έμπορο όπλων, επειδή ήταν... πολύ πιο φτηνό και εύκολο να βρουν αληθινά όπλα παρά να φτιάξουν ψεύτικα αντίγραφα! Μάλιστα, χρειάστηκε να ενημερώσουν το ΝΑΤΟ για τα γυρίσματα, ώστε να μην νομίζουν οι δορυφόροι ότι ετοιμάζεται πραγματικός πόλεμος.
Οι δημιουργοί της ταινίας αποκάλυψαν ότι κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων αγόρασαν 3.000 αληθινά AK-47 (Καλάσνικοφ) και νοίκιασαν αληθινά τανκς από έναν Τσέχο έμπορο όπλων, επειδή ήταν... πολύ πιο φτηνό και εύκολο να βρουν αληθινά όπλα παρά να φτιάξουν ψεύτικα αντίγραφα! Μάλιστα, χρειάστηκε να ενημερώσουν το ΝΑΤΟ για τα γυρίσματα, ώστε να μην νομίζουν οι δορυφόροι ότι ετοιμάζεται πραγματικός πόλεμος.
Συνοψίζοντας, ενώ ο Γιούρι Ορλόφ ως συγκεκριμένο άτομο δεν υπήρξε ποτέ, οι δραστηριότητές του, οι μέθοδοί του και ο σκοτεινός κόσμος του παράνομου εμπορίου όπλων που παρουσιάζει η ταινία είναι απόλυτα ρεαλιστικά
Το πρόβλημα και το σχέδιο-παγίδα
Ο Μπουτ ζούσε ανενόχλητος στη Μόσχα. Οι ΗΠΑ δεν μπορούσαν να τον αγγίξουν εντός ρωσικού εδάφους, ούτε υπήρχαν επαρκή στοιχεία που να τον συνδέουν άμεσα με εγκλήματα σε αμερικανικό έδαφος. Έτσι, η DEA αποφάσισε να τον παρασύρει έξω από τη Ρωσσία, σε μια χώρα που είχε συμφωνία έκδοσης με τις ΗΠΑ.
- Η προσέγγιση μέσω του συνεργάτη: Πράκτορες της DEA, παριστάνοντας τους αγοραστές, πλησίασαν έναν στενό και έμπιστο συνεργάτη του Μπουτ, τον Συροαμερικανό Άντριου Σμάλιαν (Andrew Smulian), στην Καραϊβική και την Κοπεγχάγη.
- Οι «ψεύτικοι» αντάρτες: Οι μυστικοί πράκτορες συστήθηκαν ως ηγέτες των FARC, της μαρξιστικής ανταρτικής οργάνωσης της Κολομβίας, η οποία θεωρούνταν τρομοκρατική από τις ΗΠΑ και χρηματοδοτούνταν από το εμπόριο κοκαΐνης.
- Το δέλεαρ: Είπαν στον Σμάλιαν ότι χρειάζονταν επειγόντως ένα τεράστιο οπλοστάσιο αξίας εκατομμυρίων δολαρίων. Χρησιμοποιώντας κωδικοποιημένη γλώσσα (αποκαλούσαν τα όπλα «γεωργικό εξοπλισμό»), ο Σμάλιαν μετέφερε την πρόταση στον Μπουτ, ο οποίος δελεάστηκε από το τεράστιο κέρδος.
✈️ Η μοιραία συνάντηση στην Μπανγκόκ
Ο Μπουτ ήταν πολύ προσεκτικός και δίσταζε να ταξιδέψει. Αρχικά το ραντεβού είχε κανονιστεί για το Βουκουρέστι, αλλά λόγω προβλημάτων με τη βίζα, η DEA άλλαξε το σχέδιο και τον έπεισε να πετάξει στην Μπανγκόκ της Ταϊλάνδης.
Στις 6 Μαρτίου 2008, ο Βίκτορ Μπουτ μπήκε σε μια αίθουσα συνεδριάσεων του πολυτελούς ξενοδοχείου Sofitel Silom στην Μπανγκόκ για να κλείσει τη συμφωνία με τους υποτιθέμενους αντάρτες.
🎙️ Η φράση που τον «έκαψε»
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, η οποία καταγραφόταν κρυφά από την DEA, οι πράκτορες ξεκαθάρισαν στον Μπουτ ότι τα όπλα αυτά (που περιλάμβαναν 100 εξελιγμένους αντιαεροπορικούς πυραύλους εδάφους-αέρος και χιλιάδες Καλάσνικοφ) θα χρησιμοποιούνταν για να καταρρίψουν αμερικανικά ελικόπτερα και να σκοτώσουν Αμερικανούς πιλότους στην Κολομβία.
Ο Μπουτ, αντί να οπισθοχωρήσει, συμφώνησε απόλυτα και μάλιστα δήλωσε στους πράκτορες: «Έχουμε τον ίδιο εχθρό», αναφερόμενος στις ΗΠΑ. Αυτή η ηχογραφημένη φράση ήταν το «χρυσό» στοιχείο που χρειάζονταν νομικά οι ΗΠΑ για να τον κατηγορήσουν για «συνωμοσία με σκοπό τη δολοφονία Αμερικανών πολιτών».
🚨 Το «ντου» της αστυνομίας
Μόλις ολοκληρώθηκε η συνομιλία και δόθηκε το σήμα, περίπου 50 πάνοπλοι αστυνομικοί της Ταϊλάνδης μαζί με ειδικούς πράκτορες της DEA εισέβαλαν στο δωμάτιο. Ο Μπουτ, αιφνιδιασμένος και εντελώς άοπλος, δεν πρόβαλε καμία αντίσταση. Συνελήφθη αμέσως και οδηγήθηκε στις φυλακές της Ταϊλάνδης φορώντας χειροπέδες.
⚖️ Η δικαστική μάχη και η καταδίκη
Ακολούθησε ένας διπλωματικός και νομικός «πόλεμος» που κράτησε δύο χρόνια, καθώς η Ρωσία πίεζε την Ταϊλάνδη να μην τον εκδώσει, ενώ οι ΗΠΑ απαιτούσαν το αντίθετο.
Τελικά, το 2010 εκδόθηκε στη Νέα Υόρκη. Το 2012, το αμερικανικό δικαστήριο τον καταδίκασε σε 25 χρόνια κάθειρξη, την οποία εξέτιε μέχρι τον Δεκέμβριο του 2022, όταν και επέστρεψε στη Ρωσία στο πλαίσιο της γνωστής ανταλλαγής κρατουμένων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου